διαπασῶν

διαπᾱσῶν, , i.e. ἡ διὰ πασῶν χορδῶν συμφωνία,
A concord of the first and last notes, octave; more correctly divisim, τέταται διὰ πασῶν (sc. χορδῶν) Pl.R.432a;

τὸ δὶς διὰ πασῶν Plu.2.1019b

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπασών — Αναλλοίωτος ήχος, που χρησιμεύει για τη σωστή τονοδότηση των μουσικών οργάνων. Η συχνότητά του καθορίστηκε από την Ακαδημία του Παρισιού, έτσι ώστε να δίνει τον φθόγγο σε Λα3 με 435 διπλές παλμικές κινήσεις ανά δευτερόλεπτο. Αργότερα, και ύστερα… …   Dictionary of Greek

  • διαπασών — η ή το άκλ. (μουσ.) 1. μικρή μουσική σφυρίχτρα που παράγει το φθόγγο λα. 2. ο ανώτατος, ο οξύτατος τόνος ήχου: Μην ανοίγεις την τηλεόραση στη διαπασών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαπασῶν — διαπᾱσῶν , διά , ἀπό ἄω 3 satiate fut part act masc nom sg (doric) διά , ἀπό ἀσάομαι glut oneself pres part act masc voc sg διά , ἀπό ἀσάομαι glut oneself pres part act neut nom/voc/acc sg διά , ἀπό ἀσάομαι glut oneself pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντογράφος — Όργανο για τη γραφική ή φωτογραφική αποτύπωση των ταλαντώσεων ηλεκτρικών, μηχανικών ή άλλου τύπου μεγεθών. Ιδιαίτερα απλοί είναι οι μηχανικοί τ., με τους οποίους καταγράφονται οι μηχανικές ταλαντώσεις κατά τον ακόλουθο τρόπο: επί του παλλόμενου… …   Dictionary of Greek

  • ακοομετρία — Σύνολο πειραματικών μεθόδων, οι οποίες επιτρέπουν να προσδιοριστεί ποσοτικά η ακουστική ικανότητα ενός ατόμου. Με τη στενή του έννοια, ο όρος σημαίνει έναν περιορισμένο αριθμό μεθόδων μέτρησης και ιδιαίτερα αυτές που μπορούν να προσφέρουν σε έναν …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτροδιαπασών — το φυσ. διαπασών που πάλλεται με την επίδραση ηλεκτρομαγνήτη που τοποθετείται ανάμεσα στα σκέλη του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλεκτρο * + διαπασών] …   Dictionary of Greek

  • μέση — Ονομασία έξι οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ., 504 κάτ.) του νομού Ημαθίας. Βρίσκεται Α της Βέροιας, σε απόσταση 64 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βέροιας. 2. Μικρός ορεινός οικισμός (υψόμ. 540 μ., 26 κάτ.) στην… …   Dictionary of Greek

  • μαγαδίζω — (Α) [μάγαδις] 1. παίζω το μουσικό όργανο μάγαδις 2. παίζω, συνοδεύω κάποιον, συμψάλλω στον διαπασών τόνο, επειδή οι χορδές τής μαγάδιδος ήταν χορδισμένες μεταξύ τους κατά οκτώ τόνους ή κατά μία οκτάβα («μαγαδίζειν ἐν τῇ διαπασῶν συμφωνίᾳ»,… …   Dictionary of Greek

  • ρολόι — Όργανο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του χρόνου. Όλες οι μέθοδοι για τη μέτρηση του χρόνου βασίζονται στη χρησιμοποίηση κάποιας κανονικής κίνησης με την οποία η διαφορά χρόνου μετατρέπεται σε διαφορά διαστήματος που διακρίνεται εύκολα. Το… …   Dictionary of Greek

  • ταλαντωτής — Στη δυναμική είναι ένα σώμα (το οποίο ορίζεται ως σημείο) που υπόκειται σε περιοδική κίνηση, επανέρχεται δηλαδή στην ίδια θέση σε ίσα χρονικά διαστήματα (περίοδοι) και με την ίδια ταχύτητα, επαναλαμβάνοντας την κίνησή του· γενικότερα, στον ορισμό …   Dictionary of Greek

  • Diapason — Latein diapason, in alt Griechisch διαπασων, aus διά + πασων (χορδων) ‘durch alle (Noten)’. ist ursprünglich der griechische Name für die Oktave. Weil die Oktave durch die Verkürzung der Saiten oder Rohrlängen entsteht, wandten die Franzosen das… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.